
«Εξωθείς τον έρωτα στα άκρα», είπε στο γέροντα ο Κωστής, θεωρώντας ότι αυτή η φράση ήταν ικανή να λύσει τη σιωπή του ανθρώπου που είχε απέναντί του.
Εκείνος δεν έβγαλε άχνα από τα σωθικά του, έσκυψε προς τα κάτω, γέμισε τη χούφτα του με λίγο «ηλιοκαμένο» χώμα και το σκόρπησε στον άνεμο, σα να είχε υπάρξει μύστης αρχαίων τελετών. Έπειτα, δίχως να νοιαστεί για τα λερωμένα του χέρια, έφραξε με τη δεξιά του παλάμη τα ρυτιδιασμένα του μάτια και δίχως πολλές βιασύνες έστρεψε το κεφάλι του προς τον ουρανό.
Ο Κωστής, τον παρατηρούσε ακίνητος με την ικανοποίηση του νικητή χαραγμένη στα μάτια του. Έβαλε τα χέρια επιδεικτικά στις τσέπες και προέταξε το στήθος του.
«Σαν λατίνι σπετσιώτικης βάρκας είσαι», ψέλλισε ο γέροντας και τον πλησίασε αργά.
«Μπορεί και να ‘χεις δίκιο», είπε αμήχανα ο Κωστής σουφρώνοντας τα φρύδια του.
«Αφού δεν κατάλαβες τι σου είπα γιατί προσποίησε τη γνώση, περιπαίζοντας με»;
Ο Κωστής ταράχτηκε, έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες ασυναίσθητα και έτριψε τις ιδρωμένες του παλάμες πάνω στο λινό του παντελόνι. «Το θέμα μας είναι ο έρωτας και όχι οι παρομοιώσεις σου». Κλότσησε μια πέτρα που ήταν μπροστά στο παπούτσι του, σιώπησε για λίγο και συνέχισε:
«Ήρθα να σε βρω σε ετούτη εδώ την ερημιά να συζητήσουμε για τον έρωτα. Λένε πως εσύ τον γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα στην περιοχή. Έχω μάθει τόσα για εσένα και έχω διαβάσει ένα σωρό μαρτυρίες επισκεπτών σου. Σου ζητάω να μου πεις τις απόψεις σου γι’ αυτόν, να πούμε δυο κουβέντες ως σκεπτόμενοι άνθρωποι για να γράψω αυτό το ρημάδι το άρθρο και εσύ για σχεδόν δύο ώρες που είμαι εδώ δε λες παρά μόνο ελάχιστες αλλόκοτες φράσεις. Όλο κοιτάς χαμηλά και όταν σηκώνεις το κεφάλι καλύπτεις τα μάτια σου».
«Από έρωτα τα καλύπτω».
«Δε θέλω γρίφους, αρκετά, κουράστηκα», φώναξε. Ενώ τα μάγουλα του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν, κάνοντας το ευγενικό του πρόσωπο να δείχνει σκληρό.
«Έχεις έρωτα μέσα σου»;
«Συγγνώμη για την ένταση», είπε ο Κωστής αναστενάζοντας κοφτά.
«Μην σε απασχολεί, πες μου έχεις»;
«Έχω».
«Είσαι δηλαδή αυτό που στον κόσμο πέρα από εδώ λέτε ερωτευμένος»;
«Μέχρι εκεί που δεν πάει».
«Πώς είναι, περιέγραψέ μου», είπε ο γέροντας σηκώνοντας πάλι το κεφάλι του φράζοντας το βλέμμα του.
«Τι να πω»… η όψη του Κωστή γαλήνεψε απότομα. «Είναι ένας άγγελος στο πλάι μου. Είναι όμορφη, γλυκιά, καλόκαρδη, ένας άνθρωπος γεμάτος χαρίσματα»…
«Μου αρκούν», τον διέκοψε ο γέροντας γεμάτος ηρεμία γονατίζοντας παράλληλα στο χώμα.
Τα μάτια του Κωστή πλέον είχαν ηρεμήσει και η όψη δε θύμιζε σε τίποτα τον αλαζόνα νεαρό που πριν δέκα λεπτά ύψωνε τον τόνο της φωνής του από αμετροέπεια. Παρακολουθούσε τον γεράκο με μια καλοπροαίρετη απορία να γονατίζει στο χώμα και να σκάβει με τα κιτρινισμένα του νύχια ένα μικρό λάκκο. Ύγρανε με τη γλώσσα του το πάνω του χείλος, σκούπισε με το μανίκι του λευκού του πουκάμισου το μέτωπο του και γονάτισε δίπλα στον γέροντα.
«Μου είπες πριν ότι ο έρωτας σου φτάνει μέχρι εκεί που δεν πάει», τον πρόλαβε ο γέροντας πριν μιλήσει.
«Και το εννοώ»
«Αν η γυναίκα που μου περιέγραψες νωρίτερα δεν ήταν όμορφη, δεν είχε ζηλευτή εξυπνάδα, δεν την ενέκριναν οι φίλοι και οι γνωστοί σου, αν δεν είχε χαρίσματα, αν ήταν φιλάσθενη, με ασθενικό κορμί και γεμάτη ψεγάδια». Ο γέροντας αναστέναξε και τον κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια, ξεφύσησε βαριά και τον ρώτησε: «Θα είχες τόσο έρωτα μέσα στην καρδιά σου για εκείνη»;
Τα γόνατα του Κωστή άρχισαν να τρέμουν απότομα, κάρφωσε σχεδόν ασυναίσθητα το βλέμμα του μέσα στα γέρικα ξεθωριασμένα μάτια του γέροντα δαγκώνοντας τη γλώσσα του για να μην ξεστομίσει την απάντηση. Ένιωσε μια περίεργη αναστάτωση μέσα του, μια παραζάλη. Παρατηρούσε τα μάτια του γέροντα και στιγμιαία αισθάνθηκε πως όλη αυτή την ώρα βίωνε μια συναναστροφή στην οποία ουδέποτε κατόρθωσε να γίνει ισότιμος κοινωνός.
«Γέροντα για ποιον έρωτα μιλάς»; Κόμπιασε…
«Για εκείνον που συνθέτει, δημιουργεί, ισορροπεί»…
«Θέλω να πω ότι»…
Ο γέροντας αγνόησε τα λόγια του Κωστή, σα να μην άκουγε πλέον τίποτα, σα να μην ήταν πια μέρους του κόσμου τούτου και συνέχισε:
«Μη μένεις στην αίσθηση, ο έρωτας υπερβαίνει τα αισθητά, τα χειροπιαστά, τη λογική, το πείραμα, την επιστήμη. Ο έρωτας δεν μπορεί να χωρέσει σε κανένα ανθρώπινο νου που παραμένει σκλαβωμένος και εγκλωβισμένος στα όρια της φαινομενικής λογικής. Όταν ερωτευόμαστε με ειλικρίνεια, το οτιδήποτε, δεν αξιολογούμε, δεν λειτουργούμε αξιοκρατικά, δεν κρίνουμε, δεν ζυγίζουμε τον έρωτα στα καντάρια της λογικής».
Ο Κωστής ήθελε κάτι να πει, να μη τον κυριεύσει η σιωπή, μα όλα είχαν στερέψει μέσα του, δεν είχε σκέψεις, μήτε όμως και λαλιά να τις εκφράσει. Στο μυαλό του είχε καρφωθεί μόνο η εικόνα της ερωμένης του γεμάτη ψεγάδια και η αδυναμία του να ερωτοτροπήσει με ένα τέτοιο πλάσμα κατώτερο στα μάτια του. Προσπάθησε να μιλήσει, να ανοίξει το στόμα του, το οποίο ένιωθε πικρό. Και τελικά τα κατάφερα:
«Γέροντα ποιος μπορεί να ερωτευθεί έτσι»;
Εκείνος δεν αντέδρασε στο ερώτημα του Κωστή, στέκονταν ακόμα γονατιστός στο χώμα σκάβοντας τον λάκκο, ο οποίος είχε γίνει πια αρκετά βαθύς.
«Πίσω σου υπάρχει μια πεταλούδα», είπε ο γέροντας χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το χώμα.
Γεμάτος αμφιβολία ο Κωστής, έστρεψε το βλέμμα του προς τα πίσω, όμως δεν είδε τίποτα. Σκέφτηκε πως ο γεράκος είχε παραισθήσεις τόση ώρα σκυμμένος μέσα στα χώματα και πως έβλεπε ανύπαρκτα έντομα. Χωρίς όμως να το καταλάβει μια πανέμορφη πεταλούδα βρίσκονταν πάνω στον καρπό του, λικνίζοντας τα φτερά της χαριτωμένα.
«Με τη λογική του κόσμου, υπάρχει ένα όρος έρωτα για αυτή την πεταλούδα, μα για ετούτο το σκουλήκι ούτε ένας κόκκος άμμου», ψέλλισε κοντανασαίνοντας ο γέροντας δείχνοντας μέσα στην τρύπα που είχε σκάψει.
Ο Κωστής χαμογέλασε συγκαταβατικά. Έκλεισε τα μάτια του και εισέπνευσε με όλη του τη δύναμη, σα να ήθελα να γευτεί και την παραμικρή σπιθαμή από τις στιγμές που ζούσε. Έστρεψε τον αυχένα του πρώτα δεξιά και έπειτα αριστερά για να ξεμουδιάσει, τίναξε τα μπατζάκια του παντελονιού του για να φύγει το χώμα και προσπάθησε να μείνει ήρεμος και σιωπηλός. Όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει το τελευταίο ερώτημα που είχε απευθύνει και δεν είχε λάβει καμία απάντηση. Ένιωσε σα να είχε ένα φίδι μέσα στο κεφάλι του, το οποίο του έσφιγγε το μυαλό για να μιλήσει, να αποτείνει το ίδιο ερώτημα και ας φαίνονταν αγενής και αφελής ταυτόχρονα στα μάτια του γέροντα. Δεν τον ενδιέφερε πλέον το άρθρο που έπρεπε να γράψει για την εφημερίδα που συνεργάζονταν, μα η προσωπική του λύτρωση.
«Γέροντα ποιος μπορεί να ερωτευθεί έτσι»; Ξαναείπε χαμηλόφωνα. «Ποιος μπορεί να ερωτευθεί και να θαυμάσει αυτό το σιχαμένο σκουλήκι της λάσπης όπως την υπέροχη φανταχτερή πεταλούδα και ακόμα περισσότερο ποιος έχει τη δύναμη να ερωτευθεί έναν άλλον άνθρωπο που είναι γεμάτος ψεγάδια»;
«Από μικρό σε αξιολογούν οι άλλοι και αξιολογείς και εσύ με τη σειρά σου τους άλλους. Μια συνεχής κρίση. Σε κρίνει στο σχολείο ο δάσκαλος και αν είσαι καλός μαθητής γοητεύεται από εσένα, αν όμως όχι σε παραγκωνίζει και μετά έρχεται το μίσος σου γι’ αυτόν. Έπειτα στη δουλειά σου κρίνεσαι συνεχώς από τους προϊσταμένους σου και κρίνεις και εσύ τους υφισταμένους σου. Και έρχεται η ώρα να παντρευτείς και τότε δικάζεις τον ίδιο τον άνθρωπο σου με τα δικά σου μέτρα και σταθμά και σε δικάζει και εκείνος με τον ίδιο τρόπο». Ο γέροντας σταμάτησε για λίγο να μιλάει, με μια απότομη κίνηση έσφιξε στοργικά μέσα στις χούφτες του το χέρι του Κωστή, σα να ήθελε με αυτή του την κίνηση να γεφυρώσει το χάσμα τους και συνέχισε:
«Μια συνεχής κρίση κάναμε τη ζωή μας γιέ μου, αυτοανακηρυχθήκαμε σε δικαστές και δικάζουμε ό,τι μας περιβάλλει με μέτρο και κανόνα τη σκληρή μας λογική και ό,τι αυτή μας υπαγορεύει. Εξυψώνουμε το όμορφο, το δυνατό, το άξιο που ορίζει η λογική μας και από την άλλη κατακρημνίζουμε το ασήμαντο, το άσχημο, το δήθεν μη χαρισματικό. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ερωτευόμαστε τους ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό. Περνάμε από δικαστήριο αξιοκρατίας τον έρωτα, λες και δε μας δίνεται καθημερινώς απλόχερα».
«Δηλαδή»; Αναρωτήθηκε ο Κωστής ασυναίσθητα σαν μικρός μαθητής στις πρώτες μέρες στο σχολείο. «Ε, θέλω πω», είπε χαϊδεύοντας το πιγούνι του για να μην φανεί αφελής, «τι πάει να πει μας δίνεται απλόχερα»;
«Με ρώτησες πριν ποιος μπορεί να ερωτευθεί με αυτόν τον τρόπο», είπε ο γέροντας αφήνοντας το χέρι του Κωστή απαλά.
«Ναι, αλλά ακόμα περιμένω μια απάντηση» του απάντησε εκείνος χαμογελώντας για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.
Ο γέροντας χαμογέλασε και εκείνος, προσφέροντας μια σχετική ανακούφιση στον Κωστή. Σηκώθηκε όρθιος αργά και προχώρησε μερικά βήματα, έπειτα με μια κίνηση σβέλτη για την ηλικία έστρεψε το κορμί του από την άλλη μεριά και χωρίς να βλέπει τον Κωστή του είπε:
«Είναι Κάποιος που ερωτοτροπεί ασταμάτητα, συνεχώς, αδιάλειπτα μαζί μας, χωρίς να ενδιαφέρεται να μας αξιολογήσει για να μας προσφέρει τον έρωτα του».
«Θέλω να μου τον γνωρίσεις», είπε ενθουσιασμένος ο Κωστής, οδηγούμενος από τη νεανική του ορμή, δίχως να κατανοήσει ακριβώς για τι του μιλούσε ο γέροντας.
Έπιασε με τα γερασμένα του δάκτυλα καμιά δεκαριά χλωρές πευκοβελόνες και άρχισε να τις πλέκει αριστοτεχνικά, δεν έδειξε να νοιάζεται για την αγωνία του Κωστή, μήτε για τον ενθουσιασμό του. Συνέχισε αργά να πλέκει της πευκοβελόνες του μέχρι που τέλειωσαν.
«Μου είπες προηγουμένως ότι εξωθώ τον έρωτα στα άκρα… αν θέλεις λοιπόν να Τον γνωρίσεις, ύψωσε τα δικά σου άκρα με ειλικρίνεια».
Αφιερωμένο στη «Ν» που με έμαθε να μην παζαρεύω τον έρωτα αλλά να τον ερωτεύομαι.